Αμήχανα ψηλαφίσματα στο σκοτάδι του ψηφιακού έλους, ένας προσωπικός χώρος χαμένος για πάντα. Κωμικοτραγικά ιντερλούδια κοκαρισμένων τραυματιών στα επείγοντα καταρρεόντων νοσοκομείων. Παρέες που παραπαίουν μεταξύ σαφούς περιφρόνησης και ασαφούς εκτίμησης, θολές ακτινογραφίες ατελών ανθρώπινων συνευρέσεων. «Έχει γούστο να ξεσπάσουμε στο μαγαζί γιατί ακόμη δεν έχουμε τ’ αρχίδια να πούμε τι σκεφτόμαστε ο ένας για τον άλλον». Μπίνγκο. Και η στιγμή του λογαριασμού, πάντα, πάντα η στιγμή της αλήθειας. Αποκρυμμένης ή αποκεκαλυμμένης. Όπως στην «Προσφορά», όπου η αποκάλυψη ενός παράνομου δεσμού δεν ξέρεις αν είναι λύτρωση ή καταδίκη. Σκιαγραφίες νεκρών σχέσεων, στιγμές στις οποίες δεν χωράει ούτε η αυτολύπηση. Καταραμένα τραπουλόχαρτα ορίζουν μια συμβίωση που ίσως δεν γίνεται ποτέ κοινή, που αρέσκεται να γελάει για τον άδειο χώρο τον οποίο γεννάει ανάμεσα σε δύο ανθρώπινες υπάρξεις. Αποφάσεις που δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν στην απώλεια μιας ζωής, ούτε μια ζωή στην απώλεια. Η αντίσταση στον μετασχηματισμό του βίου. Το Γκάλαξι. Η επιστροφή στην αθλητική μαχητικότητα της προεφηβείας ως καταφύγιο μιας ραγισμένης ύπαρξης. Το τρελόχαρτο, μια βόλτα στον παραλογισμό της θητείας, ένα μικρό θεατρικό με προδιαγεγραμμένη κατάληξη. Το μετέωρο βήμα προς την τεκνοποιΐα, σε έναν κόσμο που απαιτεί εκβιαστικά την επόμενη κίνηση μπροστά στο σημείο μηδέν του χρόνου, χωρίς να παρέχει καμία βεβαιότητα. Το κενό μιας ψυχοθεραπευτικής συνεδρίας, που κραυγάζει για να καλυφθεί με ένα άλλο κενό, κι αυτό με τη σειρά του με το επόμενο. Μια επίσκεψη σε ένα μπουρδέλο, που ο εμπνευστής της αδυνατεί να σταθεί στο ύψος των προσδοκιών του. (Και μια τσατσά σωσίας του Μάρτιν Γκορ, σε μία ασύλληπτη σύλληψη). Η προδοσία του θεάματος ως θέαμα της προδοσίας, ένας αγώνας με την εικόνα όπου εκ προοιμίου δεν υπάρχει νικητής.(«Μια ιστορία για ανθρώπους που δεν ψάχνουν τον παράδεισο ούτε πιστεύουν ότι υπάρχει, μόνο θέλουν να φύγουν από εκεί που ζουν, έναν τόπο διαλυμένο, γιατί δεν αντέχουν άλλο, έχουν κουραστεί, έχουν γονατίσει»).
Ο αδιάπτωτος σαλός και πολλάκις παθών στη Βορά, το πιο συγκινητικό κατά τη γνώμη μου διήγημα, το σαμιαμίδι που σπέρνει τον θάνατο και εκλογικεύει τη συμφορά στη Δικαιοσύνη, μια μνημειώδης κατά τη γνώμη μου φράση στο Ανεπιστρεπτί: «Άραγε τι βλέπει στα δικά μου μάτια και τα λέει όλα αυτά;». Η αβίαστη παράθεση των δρόμων της ζωής υπό την επήρεια του αλκοόλ, μια ρασκολνικοφική ομολογία στην «κατακράτηση», το άνυδρο του Ίμερου στη «Χημεία», μία μικρή απορία στο «Ευώνυμο», η άσφαιρη επιθυμία για προσέγγιση στις «Στροφές», ένα μυστηριώδες υστερόγραφο στο Πουθενά. Αυλαία.
Σε αυτή τη συλλογή κάθε ιστορία αυτοαποκαλύπτεται αργά και αυτό είναι ένα βασικό προσόν της. Σαν πίνακες που τους αποκρυπτογραφείς με τον χρόνο σύμμαχό σου, και κάθε λεπτομέρεια κρύβει το όλον. Ώστε να σε προκαλέσουν να τις ξαναδείς, να τις ξαναδιαβάσεις, να αντλήσεις νέα συμπεράσματα και εικόνες από την πυκνότητά τους. Συμπυκνωμένη πληροφορία, απουσία επαναληπτικότητας, προσέγγιση του συναισθήματος χωρίς εκβιασμούς, αλλά ούτε και αναστολές, στο μεταίχμιο της απόστασης και της εγγύτητας, όπως ακριβώς μια μεθυσμένη στιγμή. Και μένεις εκεί ακινητοποιημένος, παγωμένος στην τομή της ροής με τη στασιμότητα.
Μιλάμε πάντα για διηγήματα, αλλά για κάποιο λόγο στο σύνολό τους δίνουν την αίσθηση μεγάλης φόρμας, τόσο έντονα είναι τα στοιχεία που συνθέτουν την τελική τους μορφή. Επιπλέον, η ρευστότητα του λόγου σε κάνει να μην συνειδητοποιείς ότι έχεις αλλάξει ενότητα, διήγημα. Αυτό που πάντα με γοήτευσε στον φίλο μου είναι η ικανότητά του να αντιλαμβάνεται τη δίνη, την άβυσσο με την οποία φλερτάρουμε χρόνια τώρα και παρ’ όλα αυτά η θέλησή του για να κάνει ό,τι πιο όμορφο μπορεί μέσα σε αυτό το παιχνίδι. Να παίζει με άλλα λόγια τα χαρτιά που του μοιράζει η ζωή, σε ένα παιχνίδι που ίσως είναι χαμένο εξαρχής να εκκινεί από την άρνηση για να καταλήξει στην κατάφαση.
Αν χρειαζόταν να χαρακτηρίσω το είδος του «Ένα για τον δρόμο» θα το έλεγα πανκ μετα-διηγηματογραφία. Όχι για τα θεματικά του αντικείμενα, αλλά για την σκληρότητά του, το μέταλλό του, την διαρκώς αναδυόμενη μελαγχολία της εποχής και το πάθος να ειπωθεί μια ιστορία. Την αίσθηση που έχεις διαβάζοντάς το, ότι ο άνθρωπος το έγραψε γιατί, σε κάποια στιγμή της πορείας του, ήταν αδύνατον να κάνει αλλιώς. Αν, όπως λένε κάποιοι, η μελαγχολία είναι η εξ ορισμού ανθρώπινη συνθήκη δεδομένης της επίγνωσης της παροδικότητάς μας, πώς είναι δυνατόν ο ρεαλισμός να μην έχει την απόχρωση της; Οι ήρωες των διηγημάτων εδώ διακατέχονται την ίδια στιγμή από ελαφρότητα και βάρος. Ξεχάστε τους αισιόδοξους πεζοπόρους της ζωής και τις εκβάσεις που αφήνουν χαραμάδες φωτός: Η καταληκτική διατύπωση είναι ότι είμαστε, μικροπρεπείς και γενναιόψυχοι την ίδια στιγμή και ότι ο μόνος ηρωισμός που μας αρμόζει είναι ο ηρωισμός του απλού ανθρώπου που οι συνθήκες τον αναγκάζουν να φανεί γενναίος, όπως λέει ο Ντέιβιντ Μάμετ. Για μένα αυτή είναι η χρήσιμη λογοτεχνία που αξίζει να αφεθούμε στη μέθεξή της και να τη βοηθήσουμε να συνεχίσει να διεκδικεί τον χώρο της την εποχή των φτωχών εικόνων και του φτηνού, ανέξοδου λόγου, όχι αυτή που διεγείρει τηn δια παντός χαμένη αίσθηση ανωτερότητάς μας. Είναι η γραφή που θυμίζει ότι σε κάθε περίπτωση είμαστε φτιαγμένοι από φτηνά, πεπερασμένα υλικά και κάθε στιγμή καλούμαστε να αντιπαρατεθούμε με έναν πολιτισμό που νιώθουμε ταυτόχρονα δημιουργοί και δημιουργήματά του, πρόθυμοι κοινωνοί και ολόψυχοι αρνητές του. Και η τέχνη του λόγου θα είναι πάντα η προστασία μας απέναντι σε αυτή την αντιφατική και πολυέξοδη συνθήκη.